γαλόνι


γαλόνι
[галони] ουσ. о. галун.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γαλόνι" в других словарях:

  • γαλόνι — Μονάδα όγκου ή χωρητικότητας στο αγγλοσαξονικό μετρικό σύστημα. Χρησιμοποιείται στην Αγγλία, στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες, κυρίως για τη μέτρηση του όγκου των υγρών σωμάτων. Το αγγλικό γ. είναι ίσο με 4,54596 λίτρα και το αμερικάνικο γ. ισούται με …   Dictionary of Greek

  • γαλόνι — I (λ. αγγλ.), μονάδα χωρητικότητας υγρών που ισοδυναμεί με 4,5 λίτρα. II (λ. ιταλ.) 1. ταινία χρυσοκέντητη ή μεταξωτή που φέρουν οι αξιωματικοί για τη διάκριση του βαθμού, το σιρίτι. 2. φρ., «Του ξήλωσαν τα γαλόνια», καθαίρεσαν το στρατιωτικό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γαλονάς — ο [γαλόνι (Ι)] αξιωματικός ή υπαξιωματικός ο βαθμός τού οποίου φαίνεται από τα γαλόνια τής στολής του …   Dictionary of Greek

  • πίντα — Αγγλική μονάδα χωρητικότητας. Ισούται με 0,56 λίτρα. Ένα αγγλικό γαλόνι ισούται με 8 π. * * * η, Ν ιατρ. λοιμώδες νόσημα, ενδημικό στην Κεντρική και ιδίως στη Νότια Αμερική, το οποίο προκαλείται από τη σπειροχαίτη Treponema carateum. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένο Βασίλειο — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας Συντομευμένη ονομασία: Μεγάλη Βρετανία Έκταση: 244.820 τ. χλμ. Πληθυσμός: 59.647.790 (2001) Πρωτεύουσα: Λονδίνο (6.962.319 κάτ. το 2001)Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek